Κακάο, ζάχαρη και βούτυρο είναι τα βασικά συστατικά της σοκολάτας – και ειδικότερα της Ειρήνης μέσω της Σοκολάτας, μιας επιχείρησης που ίδρυσε η οικογένεια Χαντάντ, η οποία κατέφυγε στον Καναδά πολύ πριν από τη λήξη του ανελέητου, 13ετούς πολέμου στη Συρία τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους.
«Ο πόλεμος μπορεί να καταστρέψει τα πάντα σε έναν άνθρωπο, αλλά δεν μπορεί να εξαλείψει τις αξίες και την ελπίδα. Οι Σύροι είναι από τη φύση τους ένας χαρούμενος λαός, και επιδιώκουμε να ζούμε σε πνεύμα προσφοράς, γενναιοδωρίας και φιλοξενίας.»
Με αυτά τα λόγια, ο Ταρέκ Χαντάντ περιέγραψε στο UN News το δύσκολο ταξίδι της οικογένειάς του από τη συριακή πρωτεύουσα έως τη μακρινή καναδική πόλη Αντιγκονίς.
Οι Χαντάντ ήταν μια παλαιόθεν εγκατεστημένη οικογένεια στη Δαμασκό, με γενιές δικαστών, μηχανικών και γιατρών. Ωστόσο, αυτό που τους έκανε πραγματικά γνωστούς ήταν η σοκολάτα – μια κληρονομιά που έχτισε το 1986 ο πατέρας του, Ισσάμ Χαντάντ.
Εκείνη τη χρονιά, ο μεγαλύτερος Χαντάντ αποφάσισε να εγκαταλείψει τη μηχανολογία και να στραφεί στην παραγωγή σοκολάτας, παρά το γεγονός ότι τότε στη Μέση Ανατολή υπήρχαν ελάχιστες αναγνωρισμένες επιχειρήσεις στον συγκεκριμένο τομέα.
Σοκολάτα για έναν καλύτερο κόσμο
Ο νεότερος Χαντάντ εξηγεί πως ο πατέρας του ήθελε να δραστηριοποιηθεί σε έναν κλάδο που «θα έκανε τους ανθρώπους γύρω του χαρούμενους», καθώς η απογοήτευση κυριαρχούσε στους νέους της Συρίας μετά τα γεγονότα του 1982, όταν το καθεστώς του Χαφέζ αλ Άσαντ διέπραξε τη σφαγή στη Χάμα.
Ξεκινώντας από το μηδέν, η επιχείρηση γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη, απασχολώντας εκατοντάδες εργαζομένους.
Το 2008, άρχισε να εξάγει προϊόντα σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης, υλοποιώντας το όραμα του Ισσάμ Χαντάντ να «μεταφέρει το μήνυμα των Σύρων σε όλο τον κόσμο» μέσω ενός οικουμενικά αγαπητού προϊόντος.
«Ο στόχος δεν ήταν μόνο η αύξηση των πωλήσεων, αλλά και η έναρξη αναπτυξιακών και ανθρωπιστικών δράσεων στη Συρία,» προσθέτει ο γιος του.
«Ο πατέρας μου πίστευε ότι όταν πετυχαίνεις στη ζωή, έχεις την ευθύνη να βοηθήσεις και άλλους να πετύχουν,» επισημαίνει ο Ταρέκ Χαντάντ.
Αγώνας επιβίωσης
Μέχρι το 2013, η οικογένεια των Χαντάντ, με περισσότερα από 60 μέλη, ζούσε κάτω από την ίδια στέγη, γεμάτη αναμνήσεις, νότια της περιοχής Αλ-Μιντάν, στην παλιά Δαμασκό, όπου και παρέμειναν για δύο χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου.
«Έχασα πολλά μέλη της οικογένειάς μου,» λέει ο Ταρέκ Χαντάντ. «Ο σύζυγος της αδερφής μου συνελήφθη, βασανίστηκε και εκτελέστηκε στη φυλακή. Πολλοί ξάδερφοί μου εξαφανίστηκαν, για κάποιους δεν έχουμε κανένα νέο, ενώ άλλοι εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.»
Το εργοστάσιο σοκολάτας έγινε στόχος αεροπορικών επιδρομών το 2012 και την επόμενη χρονιά, καθώς ο Χαντάντ και ο αδερφός του περπατούσαν σε κεντρικό δρόμο της Δαμασκού, ένας πύραυλος έπεσε σε μικρή απόσταση.
«Μέσα στη σκόνη, νόμιζα ότι ο αδερφός μου ήταν νεκρός,» αναφέρει. «Τον σήκωσα και έτρεξα στο σπίτι. Όταν έφτασα, είπα στην οικογένεια ότι αυτή δεν ήταν πλέον εποχή για να χτίζουμε επιχειρήσεις ή να σπουδάζουμε. Ήταν εποχή επιβίωσης.»
«Δεν είμαστε θύματα»
Η οικογένεια πήρε τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψει τη Συρία και να αναζητήσει καταφύγιο στον Λίβανο, αφήνοντας πίσω της τα πάντα. Ένα χρόνο αργότερα, έμαθαν ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν λεηλατήσει, πυρπολήσει και ανατινάξει τα σπίτια τους για να καλύψουν τα ίχνη του εγκλήματος.
«Υπάρχουν πολλοί Σύροι που έχουν χάσει πολύ περισσότερα από εμάς,» δηλώνει ο Χαντάντ. «Δεν είμαστε θύματα. Είμαστε νικητές, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, γιατί καταφέραμε να επιβιώσουμε και να ξαναχτίσουμε τη ζωή μας.»
Η οικογένεια εγγράφηκε στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες (UNHCR) και μετακινήθηκε πολλές φορές στον Λίβανο, μέχρι που εγκαταστάθηκε στην πόλη της Σιδώνας. Αν και ο κ. Χαντάντ ανέφερε ότι ο λαός του Λιβάνου ήταν πολύ φιλόξενος προς τους Σύρους, η έλλειψη επίσημων συμφωνιών σήμαινε ότι δεν μπορούσαν να εργαστούν, να νοικιάσουν σπίτι ή να φοιτήσουν σε σχολεία.
Οι πρόσφυγες ανταποδίδουν
Ο Λίβανος, μια χώρα τεσσάρων έως πέντε εκατομμυρίων κατοίκων εκείνη την εποχή, δέχτηκε πάνω από ένα εκατομμύριο Σύρους πρόσφυγες μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
«Αυτό ισοδυναμεί με το να εισέρχονταν 10 έως 15 εκατομμύρια Αμερικανοί πρόσφυγες στον Καναδά μέσα σε ένα ή δύο χρόνια», είπε. «Φυσικά, η χώρα δεν θα μπορούσε να αντέξει αυτό το βάρος. Εντούτοις, ο Λίβανος το άντεξε για 13 χρόνια.»
Πράγματι, το βάρος του πολέμου δεν έπεσε μόνο στη Συρία και τον συριακό λαό, αλλά και στους λαούς ολόκληρης της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων των Ιορδανών, Λιβανέζων, Τούρκων και Ιρακινών.
Ωστόσο, η οικογένεια Χαντάντ ήταν αποφασισμένη «σε κάθε στάδιο της προσφυγικής μας ιστορίας να αποδείξουμε στον κόσμο ότι μπορούμε να προσφέρουμε στην κοινότητα που μας φιλοξενεί και όχι να παίρνουμε».
Ο ίδιος ο κ. Χαντάντ αφιέρωνε τις περισσότερες μέρες του στον Λίβανο προσφέροντας εθελοντική εργασία σε διάφορους οργανισμούς αρωγής, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) και η UNHCR, παρέχοντας την τεχνογνωσία του στην υγειονομική περίθαλψη τόσο στους Σύρους πρόσφυγες όσο και στους Λιβανέζους οικοδεσπότες τους, έχοντας φτάσει στα τελικά στάδια των ιατρικών του σπουδών πριν εγκαταλείψει τη Συρία.
Πορεία προς τον Καναδά
Αρχικά, η οικογένεια ήθελε να επιστρέψει στη Συρία. Όμως, όταν αυτό άρχισε να φαντάζει όλο και πιο ανέφικτο και καθώς οι φόβοι για το μέλλον των μικρών παιδιών τους που είχαν χάσει χρόνια εκπαίδευσης εντείνονταν, αποφάσισαν να αναζητήσουν επανεγκατάσταση σε άλλες χώρες.
Το 2015, παρά τις πολλές συνεντεύξεις σε πρεσβείες από όλον τον κόσμο, καμία χώρα δεν τους δεχόταν.
«Αργότερα την ίδια χρονιά, τα πράγματα άλλαξαν,» λέει ο Χαντάντ. «Η νέα καναδική κυβέρνηση δεσμεύτηκε να υποδεχθεί 25.000 Σύρους πρόσφυγες και η οικογένειά μου ήταν ανάμεσά τους.»
Η παρέμβαση του ΟΗΕ
Ο ΟΗΕ αποτέλεσε το σημείο καμπής στην ιστορία της οικογένειας Χαντάντ. Χωρίς την αναγνώρισή τους ως πρόσφυγες από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), δεν θα μπορούσαν καν να υποβάλουν αίτηση για επανεγκατάσταση στον Καναδά.
Η καναδική πρεσβεία διενεργεί διασταυρωτικούς ελέγχους μέσω της UNHCR, ενώ ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM) διαδραμάτισε επίσης κρίσιμο ρόλο στη διαδικασία μετεγκατάστασής τους.
Ωστόσο, ο κύριος έπαινος ανήκει στους ίδιους τους Καναδούς. Ο τραγικός πνιγμός του μικρού Άλαν Κούρντι και της οικογένειάς του το καλοκαίρι του 2015, στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην Ευρώπη, συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη, μετατρέποντας το ζήτημα των Σύρων προσφύγων σε διεθνές ανθρωπιστικό αίτημα.
Καναδική φιλοξενία, μια οικογένεια τη φορά
Οι ηγέτες της κοινότητας στην Αντιγκονίς, στη Νέα Σκωτία – μια πόλη με 5.000 κατοίκους και άλλους 5.000 φοιτητές στο Πανεπιστήμιο St. Francis Xavier – συγκέντρωσαν αρκετά χρήματα για να φιλοξενήσουν μια συριακή οικογένεια που ταίριαζε με την οικογένεια Χαντάντ. Έτσι, τους ανέλαβαν ως χορηγοί χωρίς να γνωρίζουν τα ονόματά τους, την εμφάνισή τους ή το παρελθόν τους.
«Η κοινότητα της Αντιγκονίς έχει την πρωτοπορία στο DNA της και όταν είδαν ότι μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά, ξεκίνησαν τη διαδικασία εγγραφής ενός οργανισμού που ονομάζεται SAFE (Syrian Antigonish Families Embrace)», δήλωσε ο κ. Χαντάντ.
«Δεν μπορώ να καταλάβω πώς άνθρωποι που βρίσκονται σχεδόν 8.000 χιλιόμετρα μακριά από τη Συρία ή τον Λίβανο ενδιαφέρθηκαν τόσο πολύ για το να ξαναρχίσουμε τη ζωή μας και να δουν τα αδέλφια μου και τα παιδιά της αδελφής μου, Άλαα, να πηγαίνουν στο σχολείο. Ζώντας μέσα στον πόλεμο και βλέποντας πώς οι άνθρωποι σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, δεν περίμενα ότι θα υπήρχαν ανάμεσά μας άνθρωποι με τέτοιο πνεύμα προσφοράς».
Είπε ότι ήρθε στην Αντιγκονίς, στην ανατολική ακτή του Καναδά, εξαιτίας αυτών των ανθρώπων και επειδή πίστευαν ότι ο ίδιος, ως άνθρωπος, είχε τις ίδιες αξίες, την ίδια αξιοπρέπεια, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες ελευθερίες που ισχύουν για οποιονδήποτε στον Καναδά.
Ειρήνη… δια χειρός σοκολάτας
Η πράξη αυτή άφησε ένα τεράστιο αποτύπωμα μέσα του και ώθησε την οικογένεια να κάνει ό,τι μπορούσε για να ανταποδώσει στην καναδική κοινότητα «που πίστεψε σε εμάς και στην ανθρωπιά μας και προσπάθησε να μας υποστηρίξει με κάθε τρόπο», είπε.
«Η κοινότητα αποκατέστησε την πίστη μας στην ανθρωπότητα. Ανεξαρτήτως του χρώματος του δέρματός σου, της θρησκείας σου ή του τόπου που γεννήθηκες, είσαι άξιος να αποκαλείσαι άνθρωπος.»
Ήταν επίσης αυτή η κοινότητα «που μας έδωσε την ιδέα της ειρήνης με την καλοσύνη και τη γενναιοδωρία της, οι οποίες ταιριάζουν με τις αξίες μας», πρόσθεσε.
«Ειρήνη μέσω της Σοκολάτας»
«Οι Καναδοί ενώνονται στις δυσκολίες»
Λίγους μήνες μετά την ίδρυση της Ειρήνης μέσω της Σοκολάτας το 2016, καταστροφικές πυρκαγιές έπληξαν το Φορτ ΜακΜάρεϊ, στην Αλμπέρτα, προκαλώντας ανυπολόγιστες ζημιές και οδηγώντας χιλιάδες Καναδούς να καταφύγουν σε καταφύγια του Ερυθρού Σταυρού.
«Οι Καναδοί πάντα συσπειρώνονται στις δυσκολίες, οπότε αισθανθήκαμε υποχρέωση να ανταποδώσουμε την καλοσύνη και τη ζεστασιά με τις οποίες μας υποδέχθηκαν», είπε ο κ. Χαντάντ, εξηγώντας ότι ξεκίνησαν μια εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων, προσφέροντας τα έσοδα από την Ειρήνη μέσω της Σοκολάτας για την ενίσχυση των ανθρωπιστικών οργανώσεων.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, στη Σύνοδο Κορυφής των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στη Νέα Υόρκη, ο Καναδός πρωθυπουργός Τζάστιν Τριντό ανέδειξε την ιστορία της οικογένειας Χαντάντ και τη συμβολή τους στις προσπάθειες αρωγής της νέας τους πατρίδας, μόλις λίγους μήνες μετά την άφιξή τους.
Η καλοσύνη ανταποδίδει
Έκτοτε, η εταιρεία των Χαντάντ έχει συγκεντρώσει πάνω από 655.000 δολάρια για την υποστήριξη ανθρωπιστικών πρωτοβουλιών σε όλο τον Καναδά, ενώ έχει υπογράψει 11 συμφωνίες συνεργασίας με οργανισμούς όπως ο Καναδικός Ερυθρός Σταυρός.
«Χάρη στην υποστήριξη της κοινότητας του Αντιγκονίς και της χώρας συνολικά, καταφέραμε να αναπτύξουμε την επιχείρησή μας και να επιστρέψουμε δεκάδες εκατομμύρια σε φόρους στην καναδική οικονομία», δήλωσε ο κύριος Χαντάντ.
«Η καλοσύνη ανταποδίδει. Και η καλύτερη επένδυση που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να φέρεται με καλοσύνη στους άλλους.»
Η Ειρήνη μέσω της Σοκολάτας είναι πλέον ο τρίτος μεγαλύτερος εργοδότης στο Αντιγκονίς, όπου βρίσκεται η έδρα και το εργοστάσιό της. Με τον πατέρα, Ισσάμ Χαντάντ, ως πρόεδρο και τον γιο του, Ταρέκ, ως διευθύνοντα σύμβουλο, η εταιρεία έχει υποκατάστημα στο Χάλιφαξ, ενώ τα προϊόντα της πωλούνται σε περισσότερα από χίλια καταστήματα σε όλο τον Καναδά.
Ο κύριος Χαντάντ σημείωσε ότι το ηλεκτρονικό κατάστημα της Ειρήνης μέσω της Σοκολάτας είναι πλέον η μεγαλύτερη πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου στην περιοχή του Ατλαντικού στον Καναδά, ενώ η εταιρεία φιλοδοξεί να γίνει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σοκολάτας της χώρας, με προοπτικές επέκτασης στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία και τη Μέση Ανατολή.
Από πρόσφυγας σε εργοδότης
Παρά τις πολιτισμικές διαφορές που χωρίζουν την οικογένεια Χαντάντ από τη νέα της κοινότητα, οι δεσμοί που τους ενώνουν αποδείχθηκαν πολύ ισχυρότεροι. Ποτέ δεν ένιωσαν αποξενωμένοι ή εμπόδιο για την ενσωμάτωσή τους.
Ο κ. Χαντάντ τόνισε ότι κάθε επιτυχημένη ιστορία μετανάστευσης ή προσφυγιάς έχει δύο πλευρές. Από τη μία, η χώρα υποδοχής διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο, όμως «η κύρια ευθύνη βαραίνει πρωτίστως τον ίδιο τον μετανάστη ή πρόσφυγα».
«Κανείς δε θα χτυπήσει την πόρτα σου για να σε ρωτήσει ποια είναι η ιστορία σου ή ποιες είναι οι φιλοδοξίες σου για το μέλλον. Το πρώτο βήμα πρέπει πάντα να προέρχεται από τον ίδιο τον μετανάστη ή πρόσφυγα», δήλωσε.
Και αυτό ακριβώς έκανε. Λίγο μετά την άφιξή του, μίλησε με την τοπική εφημερίδα και έγινε πρωτοσέλιδο. Τα νέα διαδόθηκαν. Στη συνέχεια, η Καναδική Ραδιοφωνία (CBC) έστελνε ανταποκριτές κάθε μήνα για να καταγράφουν την πορεία ένταξης της οικογένειας.
Αίσθηση του Ανήκειν
Πέρα από την εγκάρδια υποδοχή από τους ίδιους τους Καναδούς, η σταθερότητα αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την ενσωμάτωση της οικογένειας, καθώς οι Χαντάντ έλαβαν άδεια μόνιμης διαμονής αμέσως με την άφιξή τους.
Σε πολλές χώρες, ως πρόσφυγας, «δεν μπορείς να σκεφτείς πέρα από μια ώρα, μια εβδομάδα ή έναν μήνα, γιατί η κατάστασή σου είναι πάντα προσωρινή», εξήγησε ο κ. Χαντάντ.
«Αυτό που μας έδωσε επίσης ο Καναδάς ήταν η φιλοδοξία για βιωσιμότητα», πρόσθεσε. «Μπορείς να σκεφτείς 10 ή 20 χρόνια μπροστά, ακόμα και για το υπόλοιπο της ζωής σου. Μπορείς να χτίσεις έργα και να σχεδιάσεις. Ο Καναδάς μάς έδωσε την αίσθηση του ανήκειν και της υπηκοότητας, ακόμα και πριν γίνουμε Καναδοί πολίτες.»
Εξέφρασε τον απόλυτο σεβασμό του προς «το καναδικό brand» και ό,τι αυτό εκπροσωπεί.
«Ανεξάρτητα από το τι κάνουν οι πολιτικοί, οι πολίτες ή οι οικονομολόγοι, είμαι περήφανος που ανήκω σε αυτή τη σπουδαία χώρα και που είμαι Καναδός πολίτης σήμερα.»
«Κάτι περισσότερο από ένα θαύμα»
Μετά από περισσότερα από 13 χρόνια πολέμου, καταστροφής και εκτοπισμού, ο κ. Χαντάντ χαρακτήρισε την πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ ως «κάτι περισσότερο από ένα θαύμα», καθώς πολλοί Σύροι είχαν πλέον χάσει την ελπίδα ότι θα απαλλαγούν από το καταπιεστικό καθεστώς που τρομοκρατούσε τη χώρα για περισσότερα από 50 χρόνια.
Για εκείνον, το μέλλον της Συρίας φαίνεται «λαμπρό», χάρη στις προσπάθειες των ηρωικών πολιτών της, τόσο εκείνων που παρέμειναν στη χώρα όσο και εκείνων που βρήκαν καταφύγιο σε άλλες κοινότητες ανά τον κόσμο και δημιούργησαν ισχυρούς δεσμούς εκεί.
«Η πόλη μου, η Δαμασκός, είναι η αρχαιότερη πόλη στον κόσμο. Έχει επιβιώσει από πολύ μεγαλύτερες καταστροφές από αυτές που της συνέβησαν τα τελευταία 50 χρόνια,» είπε. «Θεού θέλοντος, βρισκόμαστε στο δρόμο της ανάκαμψης, και έχω ακλόνητη πίστη ότι ο συριακός λαός θα ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες του πολέμου και θα οικοδομήσει μια χώρα για την οποία θα μπορούμε όλοι να είμαστε περήφανοι.»
Μετά από 12 χρόνια εξορίας, ανυπομονεί να επισκεφθεί σύντομα τη χώρα, ώστε να συναντήσει τους αγαπημένους του που άφησε πίσω, συμπεριλαμβανομένης μιας από τις αδελφές του.
Υπερηφάνεια και Χρέος προς την Πατρίδα
Η στήριξη της καναδικής κοινότητας αποτέλεσε ηθική υποχρέωση της οικογένειας Χαντάντ, ως ανταπόδοση προς όσους τους αγκάλιασαν στη δύσκολη στιγμή τους. Πλέον, η οικογένεια επικεντρώνεται στο ηθικό της καθήκον να συνεισφέρει στην πατρίδα της.
Από τις διαδικασίες αδειοδότησης στη Μέση Ανατολή, ώστε να βρίσκονται πιο κοντά στη συγκέντρωση δωρεών μέσω των πωλήσεων της Ειρήνης μέσω της Σοκολάτας, μέχρι την υποστήριξη οργανώσεων αρωγής και όσων βοηθούν Σύρους πρόσφυγες να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, οι Χαντάντ στοχεύουν να κάνουν τη διαφορά. Παράλληλα, βρίσκονται σε διαδικασία σύνδεσης της συριακής-καναδικής κοινότητας, παρουσιάζοντας μοντέλα έργων στη Συρία που μπορούν να υποστηριχθούν.
«Είναι τιμή μας να συμβάλουμε στην ανοικοδόμησή της και να στηρίξουμε τον συριακό λαό μας», δήλωσε ο κ. Χαντάντ.
Δημιουργώντας ένα ευτυχισμένο τέλος
Σε ένα μήνυμα προς όσους βρίσκονται αντιμέτωποι με δυσκολίες και βίαιο εκτοπισμό, ο κ. Χαντάντ υπογράμμισε ότι «η πίστη στις αξίες, στον εαυτό μας και σε ένα φωτεινό μέλλον είναι πολύ σημαντική, αλλά ακόμη πιο σημαντικό είναι να πολεμήσουμε την απόγνωση σε όλες της τις μορφές».
«Συμβουλεύω όποιον, οπουδήποτε στον κόσμο, αναζητά μια ευκαιρία – αν δεν τη βρείτε, δημιουργήστε τη μόνοι σας», είπε.
«Όσο μπορούμε να συνεχίζουμε τη ζωή μας, μπορούμε να δημιουργούμε νέες ευκαιρίες για εμάς και τις νέες μας κοινότητες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε να ανταποδίδουμε στις χώρες που άνοιξαν τις πόρτες τους για εμάς, ενώ, παράλληλα, να νιώθουμε υπερηφάνεια για τον τόπο από τον οποίο προερχόμαστε, γιατί, στο τέλος, είμαστε πρεσβευτές της κουλτούρας μας, της χώρας μας και των αξιών μας.»
Ο κ. Χαντάντ παρέθεσε τα λόγια της συγγραφέα Μαίρη Ρόμπινσον: «Κανείς δεν μπορεί να γυρίσει πίσω και να ξεκινήσει εκ νέου, αλλά οποιοσδήποτε μπορεί να ξεκινήσει σήμερα και να δημιουργήσει ένα νέο τέλος.»