Μετανάστευση και Ανάπτυξη
Η προοπτική μιας καλά αμειβόμενης θέσης εργασίας σε μια ανεπτυγμένη χώρα αποτελεί ισχυρό παράγοντα που ωθεί στη διεθνή μετανάστευση. Η έλξη αυτή έχει ενταθεί καθώς τα εισοδηματικά χάσματα μεταξύ των χωρών διευρύνονται, όχι μόνο ανάμεσα στις ανεπτυγμένες και τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, αλλά και ανάμεσα στις δυναμικές και τις λιγότερο δυναμικές αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Πολλές ανεπτυγμένες και ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες χρειάζονται μετανάστες εργαζομένους για να καλύψουν θέσεις που δεν μπορούν να μεταφερθούν εκτός συνόρων και για τις οποίες δεν βρίσκονται εγχώριοι εργαζόμενοι πρόθυμοι να τις αναλάβουν με τους ισχύοντες μισθούς. Η γήρανση του πληθυσμού συμβάλλει επίσης στην αυξανόμενη ζήτηση για εργατικό δυναμικό, καθώς δημιουργεί ελλείμματα εργαζομένων σε σχέση με τον αριθμό των εξαρτώμενων ατόμων. Επιπλέον, καθώς οι νεότερες γενιές αποκτούν καλύτερη μόρφωση, όλο και λιγότεροι είναι διατεθειμένοι να απασχοληθούν σε χαμηλά αμειβόμενες και σωματικά απαιτητικές εργασίες.
Αν και η μετανάστευση ενδέχεται να ασκήσει πιέσεις στους μισθούς ή να οδηγήσει σε αυξημένη ανεργία μεταξύ των ανειδίκευτων εργαζομένων στις ανεπτυγμένες οικονομίες, πολλοί από τους οποίους είναι και οι ίδιοι μετανάστες προηγούμενων γενεών, οι περισσότεροι μετανάστες δεν ανταγωνίζονται αλλά συμπληρώνουν τις δεξιότητες των εγχώριων εργαζομένων. Εκτελώντας εργασίες που διαφορετικά δεν θα πραγματοποιούνταν ή θα κόστιζαν περισσότερο, επιτρέπουν στους πολίτες να επικεντρωθούν σε πιο παραγωγικές και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις. Επίσης, διατηρούν ενεργές οικονομικές δραστηριότητες που, χωρίς αυτούς, θα μεταφέρονταν στο εξωτερικό. Ενισχύοντας το εργατικό δυναμικό και την καταναλωτική βάση και συμβάλλοντας με τις επιχειρηματικές τους ικανότητες, οι μετανάστες τροφοδοτούν την οικονομική ανάπτυξη των χωρών υποδοχής.
Στις χώρες προέλευσης, η βαθύτερη φτώχεια δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη υψηλότερη μετανάστευση. Οι πλέον φτωχοί άνθρωποι συνήθως δεν διαθέτουν τους πόρους για να αντεπεξέλθουν στο κόστος και τους κινδύνους της διεθνούς μετανάστευσης. Οι διεθνείς μετανάστες συνήθως προέρχονται από νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος. Όταν όμως οι μετανάστες εγκαθίστανται στο εξωτερικό, βοηθούν συγγενείς και φίλους να τους ακολουθήσουν, μειώνοντας σταδιακά το κόστος και τους κινδύνους, γεγονός που καθιστά εφικτή τη μετανάστευση και για φτωχότερους ανθρώπους – αν και όχι για τους φτωχότερους. Η μετανάστευση ανειδίκευτων εργαζομένων έχει τη μεγαλύτερη δυνατότητα να μειώσει το βάθος και τη σοβαρότητα της φτώχειας στις κοινότητες προέλευσης.
Υπάρχουν ολοένα και περισσότερες αποδείξεις ότι η διεθνής μετανάστευση έχει θετικές επιπτώσεις τόσο για τις χώρες προέλευσης όσο και για τις χώρες υποδοχής. Τα πιθανά της οφέλη υπερβαίνουν συχνά τα αναμενόμενα κέρδη από την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, ιδίως για τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Ο ΟΗΕ και οι Μετανάστες
Στις 4 Δεκεμβρίου 2000, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, λαμβάνοντας υπόψη τον μεγάλο και αυξανόμενο αριθμό μεταναστών παγκοσμίως, ανακήρυξε την 18η Δεκεμβρίου ως Διεθνή Ημέρα για τους Μετανάστες (A/RES/55/93). Την ίδια ημερομηνία, το 1990, η Συνέλευση είχε υιοθετήσει τη Διεθνή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων Όλων των Εργαζόμενων Μεταναστών και των Μελών των Οικογενειών τους (A/RES/45/158).
Κατά τον Διακυβερνητικό Διάλογο Υψηλού Επιπέδου για τη Διεθνή Μετανάστευση και την Ανάπτυξη, που πραγματοποιήθηκε στις 14 και 15 Σεπτεμβρίου 2006, τα 132 κράτη-μέλη που συμμετείχαν επαναβεβαίωσαν καίρια μηνύματα:
-
Η διεθνής μετανάστευση αποτελεί αυξανόμενο φαινόμενο που, με τις κατάλληλες πολιτικές, μπορεί να συμβάλει θετικά στην ανάπτυξη τόσο των χωρών προέλευσης όσο και των χωρών υποδοχής.
-
Ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων των μεταναστών είναι καθοριστικός για την επίτευξη των οφελών της μετανάστευσης.
-
Είναι απαραίτητη η ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας σε διμερές, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.
Παράλληλα, αναγνωρίστηκε ότι η διεθνής μετανάστευση δεν αποτελεί υποκατάστατο της ανάπτυξης. Συχνά, οι άνθρωποι εξαναγκάζονται να μεταναστεύσουν λόγω φτώχειας, συγκρούσεων ή παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ειρήνη και η ασφάλεια, η καλή διακυβέρνηση, το κράτος δικαίου και η δημιουργία αξιοπρεπών θέσεων εργασίας στις χώρες προέλευσης αποτελούν τις βάσεις ώστε οι άνθρωποι να μεταναστεύουν από επιλογή και όχι από ανάγκη. Η μετανάστευση πρέπει να ενσωματώνεται στην αναπτυξιακή ατζέντα και να αποτελεί μέρος των εθνικών στρατηγικών ανάπτυξης.
Μετά τον Διάλογο Υψηλού Επιπέδου, η κυβέρνηση του Βελγίου ξεκίνησε την διαδικασία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Φόρουμ για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη ως μια εθελοντική, ανεπίσημη, μη δεσμευτική διακυβερνητική διαδικασία διαβούλευσης, ανοιχτή σε όλα τα κράτη-μέλη και παρατηρητές του ΟΗΕ. Το Φόρουμ προσφέρει έναν χώρο όπου οι κυβερνήσεις μπορούν να εξετάσουν με συστηματικό και ολοκληρωμένο τρόπο ζητήματα που αφορούν τη διεθνή μετανάστευση και την ανάπτυξη, ενισχύοντας τον διάλογο, τη συνεργασία και τις πρακτικές λύσεις σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.
Από το 2006 και έπειτα, η διακυβερνητική συνεργασία στον τομέα της μετανάστευσης ενισχύθηκε αισθητά. Διάφορες περιφερειακές διακυβερνητικές ομάδες και διαβουλευτικές διαδικασίες άρχισαν να εστιάζουν περισσότερο στις αναπτυξιακές διαστάσεις της διεθνούς μετανάστευσης, αν και με διαφορετικές προσεγγίσεις και έμφαση. Η ανάγκη για καλύτερη κατανόηση των ζητημάτων, η ανταλλαγή εμπειριών και η διαμόρφωση κοινών θέσεων ώθησαν περισσότερες χώρες να συμμετάσχουν σε περιφερειακές ομάδες και ενίσχυσαν τη συνεργασία μεταξύ τους. Ο Διάλογος Υψηλού Επιπέδου φαίνεται ότι αποτέλεσε καταλύτη για σημαντική πρόοδο στον τομέα.
Τον Σεπτέμβριο του 2016, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ φιλοξένησε σύνοδο κορυφής σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων για τις μεγάλες μετακινήσεις προσφύγων και μεταναστών, με στόχο μια πιο ανθρώπινη και συντονισμένη προσέγγιση. Ήταν η πρώτη φορά που συγκαλείτο τέτοια σύνοδος πάνω στο εν λόγω το αντικείμενο και αποτέλεσε ιστορική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός πλαισίου για καλύτερη διεθνή ανταπόκριση στις προκλήσεις της μαζικής μετανάστευσης.
Τον Δεκέμβριο του 2018, στο Μαρακές, εγκρίθηκε το Παγκόσμιο Σύμφωνο για την Ασφαλή, Ομαλή και Τακτική Μετανάστευση κατά τη διάρκεια της Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Το Σύμφωνο, βασισμένο στις αρχές της κυριαρχίας των κρατών, της κατανομής ευθυνών, της μη διάκρισης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αναγνωρίζει ότι απαιτείται συνεργατική προσέγγιση για τη μεγιστοποίηση των οφελών της μετανάστευσης, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τους κινδύνους και τις προκλήσεις για τα άτομα και τις κοινότητες στις χώρες προέλευσης, διέλευσης και προορισμού.